Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Για το ζήτημα της έρευνας και γενικά για τους μισθωτούς επιστήμονες

Αντώνης Ρεκλείτης
ΚΟΒ Ερευνητικών Κέντρων της ΚΟ Αττικής

Συμφωνώ με το σύνολο των Θέσεων της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο του Κόμματός μας. Θα ήθελα να εστιάσω στο ζήτημα των μισθωτών επιστημόνων και κυρίως αυτών που απασχολούνται στην έρευνα, ζήτημα όμως που έχει σαφείς προεκτάσεις και σε άλλους κλάδους π.χ. στις τηλεπικοινωνίες - πληροφορική, στον τεχνικό - κατασκευαστικό κλάδο, στην Ενέργεια, στο φάρμακο.
Το ζήτημα της ανασύνταξης του κινήματος της εργατικής τάξης, που μπαίνει ως βασικό καθήκον τόσο από τις αποφάσεις του προηγούμενου συνεδρίου και από τις αποφάσεις της πανελλαδικής συνδιάσκεψης όσο και από τις Θέσεις, θα πρέπει να εξειδικευτεί σε αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων που παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις, αντικειμενικές και υποκειμενικές. Δεν μπορεί όμως το ζήτημα αυτό να αποκοπεί από τα καθήκοντα της αυτοτελούς κομματικής παρέμβασης, τη σχέση κόμματος - κινήματος όπως ακριβώς το τοποθετούν οι Θέσεις της ΚΕ.
Καταρχάς, να πάρουμε υπόψη μας μία τάση που υπάρχει στους επιστήμονες αποφοίτους ΑΕΙ ιδιαίτερα και λόγω της ανεργίας στις νέες ηλικίες, αλλά και λόγω των αναγκών του κεφαλαίου για μεγαλύτερη εξειδίκευση, να συνεχίζουν τις σπουδές τους σε μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο σε μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι παλαιότερα.

Αυτό οδηγεί σε μία μεγαλύτερη μάζα εργαζομένων που ψάχνουν δουλειά σε ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια αλλά και σε μεγάλες επιχειρήσεις κλάδων που έχουν τμήματα έρευνας, ανάπτυξης, «καινοτομίας».
Αντικειμενικά στοιχεία που θα πρέπει να μας απασχολήσουν στην παρέμβασή μας στους εργαζόμενους αυτούς είναι οι σχετικά υψηλότερες αμοιβές, η τεράστια κινητικότητα μεταξύ πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων αλλά και μεταξύ αυτών και της βιομηχανίας, ιδιαίτερα στους κλάδους του φαρμάκου, της ενέργειας, της πληροφορικής. Το γεγονός ότι η έρευνα και ανάπτυξη - «καινοτομία» διεξάγεται σε μαζικούς χώρους, εκεί που χρηματοδοτεί το κράτος ή εκεί που το επιβάλλει η καπιταλιστική συσσώρευση.
Αντικειμενικό στοιχείο επίσης είναι η επιτελική θέση που έχουν στην παραγωγή, η μια κάπως πιο «ανεξάρτητη», πιο ατομική οργάνωση του χρόνου εργασίας, μία στρεβλή αίσθηση ιδιοποίησης του αποτελέσματος της εργασίας τους, που σε συνδυασμό με την εργασιακή ζούγκλα της αμοιβής με «μπλοκάκι», της παντελούς έλλειψης συλλογικών συμβάσεων, της αμοιβής σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΕΣΠΑ ή της ΕΕ που τόσο για την κρατική έρευνα όσο και για την έρευνα της βιομηχανίας οδηγεί στη λογική της ατομικής διαπραγμάτευσης, της ιδιώτευσης, της μη κατανόησης του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής, τη δημιουργία αυταπατών για το ρόλο της ΕΕ.
Από το 19ο Συνέδριο έχουμε κάνει μεγάλα βήματα στη δράση μας στο χώρο των ερευνητικών κέντρων. Κινηθήκαμε στην κατεύθυνση της ενιαίας δράσης στους χώρους ευθύνης μας κυνηγώντας ζητήματα όπως την ενιαία αντιμετώπιση συμβασιούχων και «μόνιμων», την προσπάθεια υπογραφής συμβάσεων εργασίας για όλους, ζήτημα που βάλαμε και στα σωματεία του χώρου που στην πλειοψηφία τους αν δεν είναι εργοδοτικά κινούνται σε συντεχνιακή κατεύθυνση. Προσπαθήσαμε και όπου είχαμε δυνάμεις το πετύχαμε σε κάποιο βαθμό να οργανώσουμε συσκέψεις είτε αυτοτελώς ως επιτροπές αγώνα του ΠΑΜΕ είτε μέσω των σωματείων εκεί που μπορέσαμε και πήραμε αποφάσεις. Μαζικοποιήσαμε, σε ένα βαθμό, τις ΓΣ. Βάλαμε ζητήματα του γυναικείου κινήματος όπως άδειες μητρότητας, ωράρια και με δεδομένο ότι στους χώρους ευθύνης μας οι γυναίκες αποτελούν το 40% των εργαζομένων, ποσοστό πολύ πιο πάνω από το μέσο όρο της γυναικείας μισθωτής εργασίας τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να μας απασχολήσουν πιο πολύ.
Αυτή τη δράση μας την πραγματοποιήσαμε δρώντας αυτοτελώς ως ο ταξικός πόλος στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ξεκόψαμε από τα ενιαία ψηφοδέλτια, προσπαθήσαμε να πάρουμε πρωτοβουλίες βάζοντας στην άκρη το δυσμενή συσχετισμό, προσπαθήσαμε να δράσουμε σαν να ήμασταν «πλειοψηφία».
Αυτή μας η δράση έφερε κάποια αποτελέσματα. Εχουμε σοβαρή βελτίωση στο συσχετισμό δύναμης, αν και παραμένει αρνητικός, ανεβάσαμε το βαθμό οργάνωσης στα σωματεία, εντάξαμε μετά από επίπονες παρεμβάσεις το σύνολο των εργασιακών σχέσεων σε αυτά σχεδόν παντού, εκλέξαμε αντιπροσώπους στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του ΠΑΜΕ από τρία σωματεία.
Εχουμε μεγάλες αδυναμίες στην αφομοίωση της συλλογικής πείρας. Μέρος αυτής της ευθύνης αφορά την έλλειψη ενιαίας καθοδήγησης, τη μη σύνδεση με τη συνολική δουλειά μας στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι ζήτημα που αφορά τόσο χώρους ευθύνης που δεν ανήκουν με μία «καθαρή» κλαδική ΤΕ όσο και εκείνες τις δυνάμεις που δρουν μέσα από εδαφικές ΚΟΒ. Το ζήτημα αυτό ίσως έχει να κάνει και με την διάταξη των κομματικών δυνάμεων και τον προσανατολισμό των τομεακών επιτροπών των ΑΕΙ - ΤΕΙ - ΕΚ.
Ιδιαίτερο ζήτημα που πρέπει να τονιστεί είναι η απειρία και η μη γνώση ζητημάτων εργασιακών σχέσεων, εργατικής νομοθεσίας, συνδικαλιστικής τακτικής, ιδιαιτεροτήτων της παρέμβασής μας. Κατά τη γνώμη μου υστερούμε σοβαρά στην εκπαίδευση και αφομοίωση των καθηκόντων των συνδικαλιστικών στελεχών που αναδεικνύουμε, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για χώρους και κλάδους που δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία και μια κάποια συνέχεια. Παρατηρείται το φαινόμενο να αναθέτουμε σε συγκεκριμένους συντρόφους που «ξέρουν τα εργασιακά» τη συλλογική αυτή ευθύνη.
Υστέρηση παρατηρούμε και στην αυτοτελή κομματική παρέμβασή μας. Παρότι αποκτήσαμε ικανότητα να δρούμε με μαζικούς όρους, να ξεχωρίζουμε τους πρωτοπόρους, υστερούμε στο να βάζουμε το σύνολο των θέσεών μας, να «ιδεολογικοποιούμε» τη δουλειά, να απαντάμε στα αντικειμενικά ζητήματα που αναφέρθηκαν και πιο πάνω αναδεικνύοντας τα όρια της καπιταλιστικής παραγωγής και στο χώρο της έρευνας, να κατανοείται από τους οπαδούς και τον περίγυρο το ζήτημα της ανατροπής και των καθηκόντων που αυτή επιβάλλει στις μη επαναστατικές συνθήκες. Στην αναβάθμιση της αυτοτελούς παρέμβασής μας, θα βοηθούσε μία συλλογική επεξεργασία για το πώς βλέπουμε την έρευνα στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Υπάρχει μια σχετική αρθρογραφία και επεξεργασία στο παρελθόν, αλλά χρειάζεται επικαιροποίηση και εμβάθυνση.
Τέλος, θα ήθελα να προτείνω, στις αποφάσεις του Συνεδρίου μας να προβλεφθεί σύστημα εσωκομματικής μόρφωσης για τα συνδικαλιστικά στελέχη επιπέδου σχολών ανάλογων με των ιδεολογικών, που να περιλαμβάνει ζητήματα τακτικής, επιμόρφωση στην εργατική νομοθεσία και γενικά να ενιαιοποιεί την αντίληψή μας για τον τρόπο δράσης λαμβάνοντας υπόψη το χώρο ευθύνης, τις ομοιότητες κλάδων και εργασιακών σχέσεων, τη διάταξη των στελεχών κ.τ.λ. Οι διάφορες συνδικαλιστικές συσκέψεις που κατά καιρούς διοργανώνουμε καθώς και η αρθρογραφία μεταφοράς πείρας βοηθούν, αλλά δεν επαρκούν, κατά τη γνώμη μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου