Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Για τη σχέση Κόμματος - κινήματος

Μυρτώ Κανάκη
Μέλος του ΠΣ ΑΕΙ Αττικής της ΚΝΕ

Από το σύνολο των Θέσεων γίνεται αισθητή η εξέλιξη και ωρίμανση στη σκέψη του Κόμματος. Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο και πιστεύω πως χρειάζεται να γίνει συγκροτημένη και μη βιαστική κουβέντα, να μην αφήσουμε περιθώριο στην τυπική συμφωνία και τελικά να μην εκφράζεται στην πράξη.
Θέλω να αναφερθώ κυρίως στη σχέση Κόμματος - κινήματος, κατά κάποιο τρόπο με αφορμή τις Οργανώσεις και τους χώρους των ΑΕΙ, παίρνοντας υπόψη ότι στη συνολική κατανόηση του ζητήματος επιδρά ακόμα και στις δικές μας δυνάμεις η αρνητική κατάσταση του φοιτητικού κινήματος, όπως για παράδειγμα οι γενικές συνελεύσεις με απαρτία τα μπλοκ των παρατάξεων, οι επιτροπές αγώνα που ενώ στήθηκαν με πολύ κόπο, δύσκολα συμμετέχει ένας νέος άνθρωπος κ.λπ.
Πρώτα θέλω να σημειώσω την αντίφαση που γράφουν οι Θέσεις, ότι δηλαδή ενώ είμαστε επαναστατικό κόμμα, με επαναστατική στρατηγική και τακτική, δρούμε σε μη επαναστατικές συνθήκες, που δεν ευνοούν την επαναστατική ανατροπή. Σε συνθήκες δηλαδή που ο συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός, δεν ανατρέπεται. Νομίζω πως πρέπει να αποτελέσει κομμάτι της κουβέντας, από την άποψη του αν υπάρχει ανάγκη πάλης και δράσης στο σήμερα και πώς την αντιλαμβανόμαστε, ή εάν αναμένουμε κατά κάποιο τρόπο την επαναστατική κατάσταση, αφού δεν μπορούμε να την καθορίσουμε κιόλας.

Επιπλέον, έχει ουσιαστική σημασία το πού μας οδηγεί στην πράξη ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης: (α) στο να βάζουμε μόνοι μας όρια στην αποτελεσματικότητα, στο όνομα του ότι σήμερα δεν πείθουμε; `Η για παράδειγμα εύκολα να αποδίδουμε τις δικές μας αδυναμίες σε αντικειμενική κατάσταση; (β) στο να υποτιμάμε τα αντικειμενικά όρια που μπαίνουν στο πόσοι μπορούν να πειστούν εντέλει σήμερα, που πολλές φορές καταλήγει στην απλή συνθηματολογία ως ικανή για να πείσουμε ή στην απογοήτευση και την υποχώρηση. Στο δεύτερο μπορεί να συμβάλει το γεγονός ότι στην καθημερινότητα μερικές φορές, κάτω από το άγχος, αποτελεί κριτήριο μέτρησης της δουλειάς μας κατά κύριο λόγο το ποσοτικό. Ακόμα, πώς ανοίγουμε το ζήτημα στον κόσμο που μας λέει «δεν πείθει το Κόμμα έτσι, χρειάζεται κάτι πιο άμεσο», αλλά και τι πίεση ασκεί αυτή η λογική της αναζήτησης τρόπου για εύκολη και γρήγορη συσπείρωση κόσμου στις δυνάμεις μας.
Αυτό που μας απασχολεί είναι να είμαστε συνεπείς ως προς το στρατηγικό μας στόχο, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό, λαμβάνοντας όμως υπόψιν τον παράγοντα μη επαναστατικές συνθήκες, συσχετισμός δύναμης, όχι για να διαμορφώσει το Κόμμα διαφορετική στρατηγική, αλλά για να τον αλλάξουμε μέχρι ένα σημείο, για να επιδράσουμε στη συνείδηση. Δηλαδή με ποιο τρόπο δουλεύουμε ώστε να κατακτάμε και στην πράξη τον καθοδηγητικό ρόλο μας στην κίνηση των λαϊκών μαζών. Αρα κατά βάση πώς θέτουμε το ζήτημα της εργατικής εξουσίας με βάση το επίπεδο συνείδησης; Η δική μας προσπάθεια έχει στόχο να κερδίζουμε σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης ώστε την κρίσιμη στιγμή κάποιους να τους κερδίσουμε και όσο το δυνατόν περισσότερους από τους υπόλοιπους να τους ουδετεροποιήσουμε. Ξέρουμε ότι ο συσχετισμός δεν είναι στατικός, αλλάζει και σε αυτές τις συνθήκες μέχρι ένα σημείο και είμαστε εξοπλισμένοι με συγκεκριμένα κριτήρια για να τον εκτιμάμε σε κάθε φάση.
Εχουμε στο νου μας ότι το αυθόρμητο, που σήμερα είναι ακόμα κι αυτό δύσκολο να κινητοποιήσει, δηλαδή το να παλέψει κάποιος για την καλυτέρευση των όρων της ζωής του, δεν οδηγεί στην επαναστατική πολιτική πάλη από μόνο του. Ο τρόπος με τον οποίο εμείς θέτουμε τα οικονομικά αιτήματα πολιτικοποιεί την πάλη. Δηλαδή αξιοποιούμε αιτήματα που φωτίζουν τα όρια του καπιταλισμού, το ότι δεν μπορεί να τα ικανοποιήσει. Για παράδειγμα, το αίτημα για αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στο ύψος των αναγκών μας/καμία επιχειρηματική λειτουργία στις σχολές, δεν προδίδει ότι δεν μας καλύπτουν τα ψίχουλα ή το πτυχίο μοναδική προϋπόθεση για πλήρη και σταθερή εργασία με δικαιώματα δεν εκθέτει το καπιταλιστικό σύστημα ή η αξιοποίηση της επιστημονικής έρευνας προς όφελος του λαού δεν δείχνει το δρόμο για άλλη εξουσία; Βέβαια, όλα αυτά χρειάζονται επεξεργασία, δούλεμα, παραδείγματα, επιχειρηματολογία, συστηματική δουλειά. Για παράδειγμα, πώς συνολικά αξιοποιούμε παραδείγματα σχολών που οι επιχειρήσεις είναι ήδη μέσα και παράλληλα άθελά μας να μην ενισχύουμε το ότι «τουλάχιστον εκεί έχουν κάτι παραπάνω, ακόμα και με ιδιώτες», αλλά να ξεμπροστιάζουμε αυτή τη λύση, να συγκρουόμαστε με τη λογική του μικρότερου κακού και παράλληλα μέσα από τη δική μας πρόταση να αντιπαρατιθόμαστε με τις άλλες δυνάμεις. Ακόμα, είναι ζήτημα στους χώρους μας να λύσουμε το ότι ο κομμουνιστής δεν φοράει άλλη μάσκα όταν απευθύνεται για μία κινητοποίηση και άλλη όταν απευθύνεται για μία εκδήλωση του Κόμματος.
Στοίχημα σε όλη αυτή τη δουλειά είναι ο κομμουνιστής, με σταθερότητα στη θεωρία, να διαμορφώνει αιτήματα που συσπειρώνουν κόσμο, τον ριζοσπαστικοποιούν και παράλληλα δεν τον αφήνουν αβοήθητο στις πιέσεις και στα αντίπαλα ιδεολογήματα. Σε αυτή την κατεύθυνση άλλους τους κερδίζουμε και άλλους τους χάνουμε, δεν είναι ευθύγραμμη πορεία επειδή εμείς θα γινόμαστε καλύτεροι.
Αλλο ζήτημα είναι η θολούρα γύρω από τα συνδικαλιστικά όργανα, τα όργανα των φοιτητικών συλλόγων, όπως γιατί συμμετέχουμε, τι περιμένει ένας οπαδός ή ευρύτερα κόσμος εάν βγούμε 1η δύναμη ή πάρουμε την αυτοδυναμία σε ένα σύλλογο, αλλά και τι καλλιεργούμε εμείς άθελά μας γύρω από αυτό. Γιατί για παράδειγμα κι εκεί που είμαστε αυτοδύναμοι υπάρχει η παρέμβαση της αστικής ιδεολογίας, επηρεάζει η συνολικότερη υποχώρηση του εργατικού - λαϊκού και του φοιτητικού κινήματος, υπάρχει επεξεργασμένη επίδραση του αστικού πανεπιστημίου (διοίκησης, καθηγητών, επιχειρήσεων που αλωνίζουν), αντιμετωπίζουμε ρεφορμιστικά, οπορτουνιστικά ιδεολογήματα με ή χωρίς οργανωμένη παρέμβαση του αντιπάλου και βέβαια δεν σημαίνει η αυτοδυναμία υιοθέτηση από τους φοιτητές του Προγράμματος του Κόμματος. Αυτά που λέμε όμως παλεύουμε να γίνουν κτήμα μαζών και από αυτή την άποψη παρεμβαίνουμε στα όργανα του κινήματος.
Τέλος, θέλω να πω μία σκέψη όσον αφορά στη γνώση σε αντίθεση με την πληροφορία. Πιστεύω πως έως ένα βαθμό, εκτός από τη μελέτη του «Ριζοσπάστη», ενισχύεται από το πώς καθοδηγούμε ή καθοδηγούμαστε. Για παράδειγμα, όταν προκύψει ένα ζήτημα είναι πιο εύκολο να παραπέμψουμε τον σύντροφο στο πόρταλ, υποτιμώντας την ουσιαστική συζήτηση, δίνοντας κατά κάποιο τρόπο πρώτα από τη μεριά μας πληροφορίες/ενημέρωση και παραλείπουμε έως ένα βαθμό το πώς διαμορφώνουμε ουσιαστικά συντρόφους με έγνοια για μελέτη και κριτική αφομοίωση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου