Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Μερικές σκέψεις…

Χρυσόστομος Σ. Χρηστίδης
ΚΟΒ Ανάληψης Θεσσαλονίκης

Οι Θέσεις της ΚΕ για το 20ό Συνέδριο βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με την ωρίμανση του Κόμματος σε θεωρητικό επίπεδο, ωρίμανση που κατακτήθηκε μέσα από μια επίπονη διαδικασία δεκαετιών, κατά την οποία χρειάστηκε να αποβάλουμε μια σειρά ιδεολογικών βαριδιών που μας κληροδότησε ένα άλλο 20ό Συνέδριο...
Δεδομένου ότι οι Θέσεις με καλύπτουν απόλυτα, θα παραθέσω απλά κάποιες σκέψεις μου.
Ζητούμενο παραμένει η θεωρητική κατάρτιση και το ιδεολογικό ανέβασμα του συνόλου του κομματικού δυναμικού. Σ' αυτήν την κατεύθυνση, πέρα από τη συστηματοποίηση των ιδεολογικών μαθημάτων και τη μετατροπή τους σε διαδικασία ουσιαστικής συμμετοχής στη συζήτηση όλου του κομματικού δυναμικού, σε αντίθεση με το πώς διεξάγονται σήμερα, δίκην κυρίως αστικού σχολείου, πρέπει να εμπνεύσουμε σε όλους τους συντρόφους το πάθος της μόρφωσης, μέσα από συγκεκριμένα και καλά μελετημένα πλάνα αυτομόρφωσης. Δεδομένου ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κομματικών μελών δυσκολεύεται οικονομικά, στοχευμένες εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής» (Σ.Ε.) και ειδικά αυτές που θα περιλαμβάνονται στα πλάνα αυτομόρφωσης, να φτάνουν στα μέλη του Κόμματος με εσωκομματική διαδικασία και με σημαντική έκπτωση. Παράλληλα, σε επίπεδο τουλάχιστον Τομεακών Οργανώσεων, πρέπει να δημιουργηθούν δανειστικές βιβλιοθήκες, σε πρώτη φάση με ξεστοκάρισμα του στοκ της Σ.Ε. και με δωρεές συντρόφων.

Σε στενή σύνδεση με τα παραπάνω βρίσκεται και το ζήτημα των κομματικών εντύπων. Τόσο η αγορά και μελέτη του «Ριζοσπάστη» από τα μέλη του Κόμματος, όσο και η παραπέρα διακίνησή του, δεν αποτελούν ζητήματα ξεκομμένα από τη συνολική δράση του Κόμματος και φυσικά είναι αντίστοιχα του επιπέδου αυτής της δράσης. Αρα το πρόβλημα της κυκλοφορίας του κομματικού Τύπου δεν μπορεί να επιλυθεί ξεκομμένα, αλλά σε συνδυασμό και σε συνάρτηση με την επίλυση όλων εκείνων των ζητημάτων που συνιστούν το επίπεδο της οργανωτικής μας κατάστασης, μέσα από μια διαδικασία μετατροπής των Κομματικών Οργανώσεων σε επαναστατικά κύτταρα συσπείρωσης και επαναστατικοποίησης της εργατικής τάξης. Θεωρώ ότι η διαδικασία ανάπτυξης της κυκλοφορίας του «Ριζοσπάστη» πρέπει να ξεκινήσει άμεσα, με πρώτο βήμα τον έλεγχο της αγοράς και μελέτης του πρώτα απ' όλα από τα μέλη του Κόμματος και θέτοντας βέβαια ρεαλιστικά πλάνα για την ανάπτυξη της κυκλοφορίας του. Δεδομένου ότι το ζήτημα της κυκλοφορίας του «Ριζοσπάστη» έχει πολλάκις αναλυθεί επαρκώς σε εσωκομματικές διαδικασίες, θα σταθώ σε μια άλλη πλευρά του, την οικονομική, την οποία θεωρώ ότι υποτιμάμε. Η μηνιαία δαπάνη ενός καθημερινού αναγνώστη του «Ριζοσπάστη» είναι 40 ευρώ, κυμαίνεται δηλαδή μεταξύ του 5% και του 10% του εισοδήματος της πλειοψηφίας των εργαζόμενων μαζών, στις οποίες και απευθυνόμαστε και στις οποίες ανήκουμε και εμείς. Νομίζω ότι το ποσοστό είναι από μόνο του συντριπτικό και αποτελεί αντίβαρο στην προσπάθειά μας για σημαντική αύξηση της κυκλοφορίας του. Πέραν τούτου, από τις 15 πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες: όσον αφορά τις καθημερινές εκδόσεις τους, τρεις κοστίζουν 1,50 ευρώ («Ριζοσπάστης», «Αυγή» και «Εστία»), τρεις 1,30, επτά 1,00, μία 0,80 και μία 0,50 ευρώ. Οσον αφορά τις απλές (χωρίς προσφορές) κυριακάτικες εκδόσεις τους, μία («Αυγή») κοστίζει 3 ευρώ, μία («Ριζοσπάστης») 2,50 ευρώ, οκτώ κοστίζουν 2 ευρώ, δύο 1,50, τέσσερις 1 και μία 0,50 ευρώ. Εν ολίγοις, ο απευθυνόμενος σε προλετάριους «Ριζοσπάστης» πουλιέται ακριβότερα από το σύνολο σχεδόν του Τύπου. Θα απαντούσε βέβαια κανείς ότι όλες οι άλλες εφημερίδες έχουν και άλλα και μάλιστα σημαντικά έσοδα από διαφημίσεις και κάποιες απ' αυτές και άλλης φύσης χρηματοδοτήσεις. Διέπεται ωστόσο ο καθορισμός της τιμής τους και από κάποιους κανόνες (επιδίωξη του μέγιστου δυνατού κέρδους σε συνδυασμό με την οικονομική δυνατότητα των αγοραστών κ.ά.). Παρά ταύτα, μία μείωση της τιμής του καθημερινού και του «Κυριακάτικου Ριζοσπάστη» κατά μισό ευρώ με το σημερινό τιράζ τους, θα δημιουργούσε τεράστιο οικονομικό πρόβλημα και θα έθετε εν αμφιβόλω την ίδια την έκδοσή τους. Αρα, για να πουλιέται ο «Ριζοσπάστης» σε προσιτές κατά το δυνατό τιμές (σε πρώτη φάση 2 ευρώ ο κυριακάτικος και 1 ευρώ ο καθημερινός, δηλαδή η μηνιαία δαπάνη για τον καθημερινό αναγνώστη του να ανέρχεται σε 28 ευρώ), αποτελεί μονόδρομο η σημαντική αύξηση της κυκλοφορίας του, ώστε να μην έχουμε μείωση τζίρου. Ο στόχος βέβαια της αύξησης της κυκλοφορίας του «Ριζοσπάστη», εκτός από τη μείωση της τιμής του, υπηρετείται παράλληλα και από τη βελτίωση της φόρμας και του περιεχομένου του, τα οποία, ως έχουν, καλύπτουν μεν σε σημαντικό βαθμό τα μέλη του Κόμματος, απέχουν όμως από το να καταστήσουν τον «Ριζοσπάστη» ελκυστικό για πλατύτερα τμήματα της εργατικής τάξης. Πρέπει να εμπλουτιστεί περισσότερο με θεωρητικά θέματα και με θέματα πολιτισμού, βιβλιοπαρουσιάσεων και προβολής της προλεταριακής τέχνης.
Το δεύτερο κεφάλαιο των Θέσεων δεν απαντάει στον τίτλο του, δεν καθορίζει δηλαδή τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το ζήτημα είναι, βέβαια, απαντημένο από το Πρόγραμμα του Κόμματος, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει σχετική αναφορά ή τυχόν επικαιροποίηση αυτής της θέσης (αν και δε νομίζω ότι έχει αλλάξει κάτι).
Μπορεί η έξοδος χωρών από την ΕΕ χωρίς ανατροπή του καπιταλισμού να μην αλλάζει την κατάσταση για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, τα οποία μάλιστα οδηγεί κάτω από ξένες σημαίες, ωστόσο αποτελεί σαφή αποδυνάμωση της ιμπεριαλιστικής αυτής συμμαχίας και επομένως διευκολύνει την πάλη της εργατικής τάξης για αποδέσμευση με παράλληλη ανατροπή του συστήματος.
Η ανάλυση του Προγράμματος του Κόμματος για την επαναστατική κατάσταση είναι πράγματι λενινιστική, όπως την είχα χαρακτηρίσει και στον τότε προσυνεδριακό διάλογο. Η αναφορά ωστόσο της ίδιας ανάλυσης, ότι «το βάθεμα της οικονομικής κρίσης, η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που φτάνουν έως τις πολεμικές αναμετρήσεις, είναι δυνατό να δημιουργήσουν τέτοιες συνθήκες στην Ελλάδα», φέρνει το ζήτημα της δημιουργίας επαναστατικής κατάστασης προ των πυλών, αφού και οι δύο πλευρές αυτής της αναφοράς βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο. Η ίδια ανάλυση, στην παράγραφό της για τα καθήκοντα του ΚΚΕ για τη σοσιαλιστική επανάσταση, αναφέρει ότι «η δράση του ΚΚΕ, σε μη επαναστατική κατάσταση, συμβάλλει αποφασιστικά στην προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα (Κόμμα, εργατική τάξη, συμμαχίες) για επαναστατικές συνθήκες, για την πραγματοποίηση των στρατηγικών καθηκόντων του». Αυτή η αναφορά μάς έβαζε ήδη από τον Απρίλη του 2013 μπροστά στο καθήκον της προετοιμασίας του υποκειμενικού παράγοντα, καθήκον που δεν υπηρετήσαμε με τον καλύτερο τρόπο. Για να προετοιμάσεις ολοκληρωμένα την εργατική τάξη και για να χτίσεις τις αναγκαίες για τη σοσιαλιστική επανάσταση συμμαχίες, πρέπει προηγουμένως το Κόμμα να γίνει πραγματικά «παντός καιρού». Αυτό είναι το καθήκον τού σήμερα για μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου