Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Στην αναμέτρηση με τις αδυναμίες μας, να βγούμε νικητές!

Γρηγόρης Γρηγοριάδης
ΚΟΒ ΕΜΠ

Οι Θέσεις της ΚΕ συνιστούν σοβαρή προσπάθεια εμβάθυνσης στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε στην προσπάθειά μας να δουλέψουμε βασισμένοι στο Πρόγραμμα και τη στρατηγική μας. Συμφωνώντας με αυτή την προσπάθεια, καταθέτω ως συμβολή στο συλλογικό μας προβληματισμό τις παρακάτω σκέψεις.
Α. Στη Θέση 2, τονίζεται σωστά ότι το αστικό κράτος παραμένει το βασικό όργανο διασφάλισης της οικονομικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ωστόσο, στην αμέσως επόμενη φράση, αναφέρεται ότι το αστικό κράτος «παραμένει ισχυρό πεδίο της ανειρήνευτης ταξικής πάλης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο». Η φράση αυτή αντιφάσκει με την παραπάνω σωστή θέση μας. Το αστικό κράτος δεν είναι πεδίο ταξικής πάλης, αλλά το βασικό όργανο άσκησης και της πολιτικής (κι όχι μόνο της οικονομικής) εξουσίας της αστικής τάξης. Ο χαρακτήρας του δεν επηρεάζεται ανάλογα με την πορεία της ταξικής πάλης, ούτε η αναγκαιότητα της καταστροφής του. Η φράση αυτή, συνεπώς, πρέπει να διορθωθεί και η αμέσως προηγούμενη πρόταση να διαμορφωθεί ως: «...διασφάλισης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου...».

Στη Θέση 27, σωστά εκτιμάται ως στρατηγικός στόχος για το σύνολο της αστικής τάξης η αύξηση του ενεργού ρόλου της στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Σωστά τονίζεται ότι από κανένα αστικό κόμμα δεν αμφισβητείται η βαθύτερη συμμετοχή της χώρας στα ΝΑΤΟικά σχέδια. Σε άλλο σημείο (Θ. 12, 19) τονίζεται σωστά ότι η επιλογή της παραμονής της χώρας στο ευρωατλαντικό πλαίσιο είναι δεδομένη για την ελληνική αστική τάξη. Εντούτοις, στην τελευταία πρόταση της Θέσης 27 γίνεται η εκτίμηση ότι υπάρχουν τμήματα της αστικής τάξης που «είναι πιο κοντά στη Ρωσία ή/και την Κίνα». Η εκτίμηση αυτή δεν τεκμηριώνεται στο κείμενο και φαίνεται να αντιφάσκει με τις παραπάνω σωστές εκτιμήσεις, καθώς και με τη σχετική θέση του Προγράμματός μας.
Β. Το Κόμμα επιδιώκει να κατακτά τον καθοδηγητικό ρόλο του στο κίνημα, τόσο μέσω της αυτοτελούς ιδεολογικής - πολιτικής δράσης των κομμουνιστών, όσο και μέσα από τη δράση τους στο πλαίσιο του οικονομικού αγώνα, μέσα από τα συνδικάτα, τις ενώσεις/συλλόγους αγροτών, ΕΒΕ κ.λπ. Συζητάμε τις υποκειμενικές μας αδυναμίες στους δυο αυτούς πυλώνες της δράσης μας, όχι για να τους φέρουμε σε αντιπαράθεση, αλλά για να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί στο σωστό συνδυασμό τους.
Στο σκέλος της αυτοτελούς ιδεολογικής - πολιτικής μας παρέμβασης θα θίξω μόνο μια πλευρά, χωρίς, φυσικά, να εξαντλώ το θέμα.
Η πείρα δείχνει ότι πρέπει να μετρήσουμε αρκετά βήματα ακόμα ώστε να κατακτήσουμε την ικανότητα να ξεδιπλώνουμε ενιαία την πάλη μας ενάντια, τόσο στον εθνικισμό, όσο και στον αστικό κοσμοπολιτισμό. Για παράδειγμα, στο ζήτημα του Προσφυγικού, να συγκρουόμαστε ενιαία, τόσο με τα κρούσματα ρατσισμού και ξενοφοβίας, τη φασιστική ΧΑ κ.λπ., όσο και με τις αντιλήψεις περί «ανοικτών συνόρων». Στο ζήτημα του πολέμου, να ζυμώνουμε δραστήρια την απαίτηση να μη χυθεί εργατικό αίμα στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, αλλά ταυτόχρονα να ανοίγουμε την πολεμική ενάντια στον πασιφισμό και στη θέση ότι, δήθεν, η πάλη για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων από τη σκοπιά της εργατικής τάξης συνιστά, παντού και πάντα, «εθνικιστική παρέκκλιση» αντί του ορθού, ότι στη χώρα μας αποτελεί αναπόσπαστη πλευρά της πάλης για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Γ. Ο προβληματισμός των Θέσεων σωστά επικεντρώνει στην πείρα από τη δράση για την οικοδόμηση της Λαϊκής Συμμαχίας, όπως αυτή προσδιορίζεται στο Πρόγραμμά μας.
Είναι σαφές ότι η αυτοτελής παρέμβαση του Κόμματος δεν επαρκεί από μόνη της για την ανάπτυξη επαναστατικής συνείδησης. Η πείρα δυο αιώνων δείχνει τον αναντικατάστατο ρόλο της μαζικής οικονομικής πάλης σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με τον πολιτικό και τον ιδεολογικό αγώνα, αφού σωστά λέμε ότι «δεν υπάρχουν "πολιτικά ουδέτερα συνδικάτα"» (Θ. 66). Μια κλαδική ΚΟΒ δεν έχει, αντικειμενικά, ίδιες δυνατότητες να ζυμώσει τη στρατηγική του Κόμματος για την επανάσταση, την εργατική εξουσία, την κοινωνικοποίηση κ.λπ., όταν την πλειοψηφία στο Σωματείο την έχουν οι ΠΑΣΚΕ/ΔΑΚΕ ή το ΜΕΤΑ. Η θετική και αρνητική πείρα δείχνει ότι χωρίς αδιάλλακτο μέτωπο ενάντια στο ρεφορμισμό και τον εργοδοτικό - κυβερνητικό συνδικαλισμό και χωρίς αλλαγή συσχετισμών σε βάρος τους στο κίνημα, δεν μπορεί να βρίσκει έδαφος ουσιαστικής ανάπτυξης ούτε η αυτοτελής ιδεολογικοπολιτική παρέμβασή μας.
Η απουσία διακριτής παρέμβασης της αντιμονοπωλιακής - αντικαπιταλιστικής πρωτοπορίας στα όργανα του κινήματος (διοικήσεις, συνελεύσεις, απεργιακές επιτροπές, επιτροπές ετών κ.λπ.) αδυνατίζει το μέτωπο στο ρεφορμισμό - οπορτουνισμό, στην αστική ιδεολογία και πολιτική. Ανεξάρτητα από συσχετισμούς, χωρίς διακριτές μορφές αντιμονοπωλιακής - αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης, ενισχύονται αντικειμενικά λογικές «ενότητας στο πρόβλημα» που αποτελούν τη βάση της διαβρωτικής επίδρασης του οπορτουνισμού, πολύ περισσότερο μάλιστα σε τμήματα του κινήματος με διαταξικό χαρακτήρα (νεολαία, γυναίκες κ.λπ.), όπου στόχος είναι η συσπείρωση του κοινωνικοταξικά πρωτοπόρου τμήματός τους.
Σωστά λέμε ότι το πλαίσιο πάλης μας παίρνει υπόψη του το βαθμό ωρίμανσης της συνείδησης των κοινωνικών δυνάμεων στις οποίες απευθύνεται. Ομως, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες, ο προσανατολισμός των στόχων πάλης πρέπει σταθερά να σημαδεύει τον πραγματικό αντίπαλο του λαού, την αστική τάξη και την εξουσία της, τη συμμετοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ και να μην περιορίζεται σε στόχους πάλης ενσωματώσιμους σε λογικές «εναλλακτικής» αστικής διαχείρισης. Σωστά, π.χ. τη μάχη κατά των ιδιωτικοποιήσεων δεν μπορούμε να τη δώσουμε από την αρχή με γραμμή κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, αλλά δεν μπορεί να πάμε και «πίσω» από τη γραμμή πάλης ενάντια στην πολιτική της ΕΕ για την απελευθέρωση (και όχι γενικά ενάντια στο «ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου»), για να δοθεί αποτελεσματικά από τη δική μας σκοπιά η μάχη και να μην εγκλωβίζεται σε διαχειριστικές λογικές.
Οπου δουλεύουμε έτσι, μπορούμε να τραβάμε σε κοινή δράση, συντεταγμένα και χωρίς να διαχεόμαστε στις γραμμές τους και δυνάμεις που δεν συμφωνούν πλήρως μαζί μας, αλλά κατανοούν τη σήψη του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Ασφαλώς και μας ενδιαφέρει η μαζικοποίηση των αντιμονοπωλιακών - αντικαπιταλιστικών συσπειρώσεων. Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό. Σωστά μας προβληματίζουν περιπτώσεις όπου π.χ. «συσπειρώνουμε μόνο εμάς και τις στενές επιρροές μας», αλλά από τη σκοπιά τού πώς θα γίνουν περισσότερα τα μέλη και οι επιρροές αυτές και όχι φυσικά της αντίληψης ότι πρέπει να «υποχωρήσουμε» στο πλαίσιο πάλης μας «για να γίνουμε περισσότεροι».
Με επαναστατική αισιοδοξία, χωρίς αυταρέσκειες και αυτοϊκανοποίηση, ας δώσουμε νικηφόρα τη μάχη με τις αδυναμίες μας. Η εργατική τάξη και ο λαός, παρά την υποχώρηση, προσβλέπουν στο Κόμμα. Να μην τους απογοητεύσουμε!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου